Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου
Γενική άποψη του Κεντρικού Ζαγορίου Μικρό Πάπιγκο Η Δρακόλιμνη στην Τύμφη Παραδοσιακό γεφύρι στην περιοχή του Ν. Γρεβενών Πηγές του ποταμού Βοϊδομάτη Δάσος μαύρης πεύκης στη Βάλια Κάλντα Η σκάλα του Βραδέτου
Μικρό Πάπιγκο
Καλλιόπη Στάρα
Η Δρακόλιμνη στην Τύμφη
Καλλιόπη Στάρα
Παραδοσιακό γεφύρι στην περιοχή του Ν. Γρεβενών
Φωτ. Αρχείο Φορέα Διαχείρισης Εθνικών Δρυμών Βίκου – Αώου και Πίνδου
Πηγές του ποταμού Βοϊδομάτη
Φωτ. Αρχείο Φορέα Διαχείρισης Εθνικών Δρυμών Βίκου – Αώου και Πίνδου
Δάσος μαύρης πεύκης στη Βάλια Κάλντα
Φωτ. Αρχείο ΕΚΒΥ/Λάμπρος Λογοθέτης
Η σκάλα του Βραδέτου
Φωτ. Αρχείο Φορέα Διαχείρισης Εθνικών Δρυμών Βίκου – Αώου και Πίνδου

Το Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα της οροσειράς της Πίνδου. Διοικητικά ανήκει στους Νομούς Ιωαννίνων και Γρεβενών. Αποτελεί το μεγαλύτερο χερσαίο εθνικό πάρκο της χώρας. Στα όριά του, περιλαμβάνει ολόκληρο το Ζαγόρι, περιοχές της Κόνιτσας και του Μετσόβου, καθώς και το δυτικό τμήμα του Νομού Γρεβενών.

Τον ορεινό χαρακτήρα του Πάρκου ορίζουν τα βουνά του Σμόλικα (το δεύτερο ψηλότερο βουνό της Ελλάδας, 2.637 μέτρα), της Τύμφης, του Λύγκου, της Βασιλίτσας, του Μιτσικελίου, παρακλάδια του Τσούργιακα και του Όρλιακα, καθώς και τμήμα του Ζυγού, εκεί όπου συναντώνται η Βόρεια και η Κεντρική Πίνδος.

Τα ψηλά βουνά τροφοδοτούν με άφθονα όμβρια και πηγαία νερά χείμαρρους, ρέματα και μεγαλύτερους ποταμούς, με κυριότερους τον Αώο, τον Βοϊδομάτη, τον Βενέτικο και τους παραπόταμους του Άραχθου: Βάρδα και Ζαγορίτικο. Μέσα στην έκταση του Πάρκου κυλούν και δύο παραπόταμοι του Σαραντάπορου: ο Κερασοβίτικος και ο Ζουζουλιώτικος.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ορεινές λίμνες του Πάρκου, οι περίφημες Δρακόλιμνες. Πρόκειται για τις νοτιότερες ορεινές λίμνες της Ευρώπης που έχουν απομείνει από την εποχή των παγετώνων. Η μεγαλύτερη, η Δρακόλιμνη της Τύμφης, βρίσκεται σε οροπέδιο ύψους 2.050 μέτρων. Έχει ελλειψοειδές σχήμα με επιφάνεια 8 περίπου στρέμματα. Τα νερά της είναι καθαρά και το βάθος της μεγάλο. Η λίμνη είναι πολύ φτωχή σε ζωή. Το πιο γνωστό ζώο που ζει στα νερά της είναι ο αλπικός τρίτωνας, υπόλειμμα πιθανόν της εποχής των παγετώνων. Η δεύτερη Δρακόλιμνη είναι του Σμόλικα, γνωστή και ως Ντιβιρλίγκα. Βρίσκεται σε υψόμετρο 2.150, είναι μικρότερη από αυτή της Τύμφης, με επιφάνεια 3 - 4 στρεμμάτων. Έχει, επίσης, μεγάλο βάθος και μικρή βιοποικιλότητα. Μικρότερες, αλλά εξίσου σημαντικές είναι οι λίμνες της Φλέγγας, αλλά και η λίμνη – έλος του Αυγού στη Βάλια Κάλντα.

Εντυπωσιακό στοιχείο του Εθνικού Πάρκου της Βόρειας Πίνδου είναι επίσης τα φαράγγια και οι χαράδρες: το φαράγγι του Βίκου και η χαράδρα του Αώου στον Νομό Ιωαννίνων, τα φαράγγια Πορτίτσας και Μικρολίβαδου και του Τσούργιακα στον Νομό Γρεβενών.

Το φαράγγι του Βίκου αποτελεί τον κυρίαρχο και πιο εντυπωσιακό γεωμορφολογικό σχηματισμό στο Ζαγόρι. Με άγρια και επιβλητική ομορφιά, πλούσια πανίδα, βλάστηση και χλωρίδα, με χείμαρρους που κατεβαίνουν ορμητικά τις ορθοπλαγιές του, με σπηλιές και απρόσιτα διαζώματα, το φαράγγι του Βίκου, ξεκινώντας από το Τσεπέλοβο, τέμνει τον ορεινό όγκο της Τύμφης και καταλήγει στις πηγές του Βοϊδομάτη. Η κυρίως χαράδρα, με μήκος περί τα 10 χιλιόμετρα, αρχίζει από τη Βίτσα και το Μονοδένδρι και φθάνει ως το χωριό Βίκος. Το φαράγγι του Βίκου αναφέρεται στο Βιβλίο Guiness του 1997, ως το βαθύτερο και το στενότερο του κόσμου, με βάθος 900 μέτρα και άνοιγμα που ποικίλει, από 100 έως 1.100 μέτρα. Η θέα προς το φαράγγι είναι μαγευτική, ιδιαίτερα από το χωριό Βραδέτο (θέση Μπελόη) και από τη θέση Οξυά, πάνω από το Μονοδένδρι.

Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι και η χαράδρα μέσα στην οποία κυλά ο ποταμός Αώος. Η χαράδρα του Αώου αποτελεί έναν από τους πιο δημοφιλείς προορισμούς για δραστηριότητες αναψυχής στη φύση. Περιβάλλεται από τους γκρεμούς της Τύμφης και της Τραπεζίτσας. Το βάθος της είναι περίπου 1.500 μέτρα, το μήκος της 8 χιλιόμετρα, ενώ το πλάτος της κυμαίνεται από 300 έως 2.500 μέτρα. Η χαράδρα ανοίγεται ανάμεσα σε απόκρημνες πλαγιές, όμως υπάρχουν και σημεία όπου μπορεί κανείς να απολαύσει ένα δροσερό μπάνιο. Για να προσεγγίσει κανείς τη χαράδρα, θα πρέπει να ακολουθήσει το σηματοδοτημένο μονοπάτι που ξεκινά από το ιστορικό μονότοξο λίθινο γεφύρι του Αώου, ένα αριστούργημα μαστόρων από την Πυρσόγιαννη (1870). Προστατευμένη ανάμεσα στα απόκρημνα βράχια βρίσκεται και η Μονή Στομίου (1774) που πέρα από την ιστορική της σπουδαιότητα προσφέρει εντυπωσιακή θέα προς τη χαράδρα.

Στον Νομό Γρεβενών, ανάμεσα στα βουνά του Σπηλαίου και της Λυκότρυπας δημιουργείται η κοιλάδα Κάναβη. Ο ποταμός Βενέτικος καταλήγει στο βαθύ φαράγγι της Πορτίτσας. Στην έξοδο του φαραγγιού, βρίσκονται δύο αντικριστοί πολύ ψηλοί κατακόρυφοι βράχοι (περίπου 200 μέτρα). Το λίθινο γεφύρι της Πορτίτσας δρασκελίζει το ποτάμι, δίδοντας διέξοδο στην επικοινωνία των ντόπιων ανάμεσα στο Σπήλαιο και τον Μοναχίτη. Το δίτοξο γεφύρι, χτισμένο το 1743, είναι ένα από τα πιο όμορφα του Νομού Γρεβενών.

Γνωστό φαράγγι της περιοχής είναι επίσης το φαράγγι του Τσούργιακα, ανατολικά του χωριού Φιλιππαίοι, με τον εντυπωσιακό καταρράκτη του ύψους 10 μέτρων, ενώ ένα ακόμη φαράγγι μεγάλου μήκους βρίσκεται κοντά στο χωριό Μικρολίβαδο. Το φαράγγι του Μικρολίβαδου διακρίνεται για την πλούσια παραποτάμια βλάστηση και τις όμορφες μικρές λιμνούλες, ιδανικές για κολύμπι.

Η περιοχή υπάγεται, σύμφωνα με τον Νόμο 3044/2002 (ΦΕΚ 197/Α/27.8.2002), στην περιοχή ευθύνης του Φορέα Διαχείρισης Εθνικών Δρυμών Βίκου – Αώου και Πίνδου.

Η ευρύτερη περιοχή προστατεύεται από Διεθνείς Συμβάσεις, Ευρωπαϊκή και Εθνική Νομοθεσία.

 

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Ο «Εθνικός Δρυμός Πίνδου» και συγκεκριμένα ο πυρήνας του, έχει χαρακτηριστεί ως Βιογενετικό Απόθεμα με έκταση 3.393 εκτάρια.

 

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Τμήματα της περιοχής εντάσσονται στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Προστατευόμενων Περιοχών Natura 2000.

Ειδικές Ζώνες Διατήρησης (SAC)

  • «Βασιλίτσα» (GR1310001)
  • «Εθνικός Δρυμός Πίνδου (Βάλια Κάλντα - Ευρύτερη Περιοχή» (GR1310003)
  • «Όρος Μιτσικέλι» (GR2130008)
  • «Περιοχή Μετσόβου (Ανήλιο - Κατάρα» (GR2130006)
  • «Εθνικός Δρυμός Βίκου - Αώου» (GR2130001)
  • «Κεντρικό Τμήμα Ζαγορίου» (GR2130004)
  • «Κορυφές Όρους Σμόλικα» (GR2130002) (SACSPA).

Ζώνες Ειδικής Προστασίας της Ορνιθοπανίδας (SPA)

  • «Κεντρικό Ζαγόρι και Ανατολικό Τμήμα Όρους Μιτσικέλι» (GR2130011)
  • «Όρος Τύμφη (Γκαμήλα)» (GR2130009)
  • «Όροι Όρλιακας και Τσούργιακας» (GR1310004)
  • «Βάλια Κάλντα και Τεχνητή Λίμνη Αώου» (GR1310002)

 

ΕΘΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Χαρακτηρισμοί προστατευόμενων περιοχών (ν. 1650/86, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το ν. 3937/2011):

Εθνικό Πάρκο

Η χερσαία περιοχή των ορεινών όγκων της Βόρειας Πίνδου έχει χαρακτηρισθεί το έτος 2005 ως προστατευόμενη περιοχή της κατηγορίας Εθνικό Πάρκο με την επωνυμία «Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου» με το ΦΕΚ 639/Δ/14.06.2005. Με το ίδιο ΦΕΚ έχουν καθοριστεί οι Περιοχές Προστασίας της Φύσης Ια, Ιβ και Ιγ, οι Ζώνες Διατήρησης Οικοτόπων και Ειδών ΙΙα, ΙΙβ, ΙΙγ και ΙΙδ, οι Περιφερειακές Ζώνες Π1, Π2, Π3, και Π4, καθώς και χρήσεις, όροι και περιορισμοί δόμησης.

Εθνικοί Δρυμοί

Ο Εθνικός Δρυμός Πίνδου "Βάλια Κάλντα" είναι ένας από τους σπουδαιότερους και πιο παρθένους Δρυμούς της Ελλάδας. Ιδρύθηκε το 1966 με το Β.Δ. 487/1966 (ΦΕΚ 120/Α΄/66) μετά από σχετική εισήγηση της Φιλοδασικής Ένωσης Αθηνών, προκειμένου να προστατευθούν τα αιωνόβια ρόμπολα και μαυρόπευκα της περιοχής, πολλά από τα οποία υπολογιζόταν ότι είχαν τότε ηλικία άνω των 300 ετών. Έχει έκταση περίπου 6.927 εκτάρια και περιλαμβάνει Πυρήνα και Περιφερειακή Ζώνη. Βρίσκεται στην οροσειρά της Πίνδου στα όρια των νομών Γρεβενών και Ιωαννίνων. Περιλαμβάνει την κοιλάδα της Βάλια Κάλντα, η οποία βρίσκεται σε υψόμετρο 1.400 περίπου μέτρων και περιτριγυρίζεται από τα Όρη Λύγκος και Μαυροβούνι (Φλέγκα 2.159 μέτρα) μέχρι και τις κορυφές του Όρους Αυγό (Υψ. 2177 μέτρα).

Ο Εθνικός Δρυμός Βίκου - Αώου ιδρύθηκε το 1973 με το ΠΔ 213/1973 (ΦΕΚ 198/Α/1973), με πρωτοβουλία της Γενικής Διεύθυνσης Δασών του Υπουργείου Γεωργίας και σκοπό την προστασία της μοναδικής γεωμορφολογίας, του ιδιαίτερου ορεινού τοπίου και της σπάνιας χλωρίδας και πανίδας της περιοχής. Στους σκοπούς της ίδρυσης αναφέρεται η αισθητική, ψυχική, κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη της περιοχής, κυρίως με την προώθηση του τουρισμού. Έχει έκταση περίπου 12600 εκτάρια και περιλαμβάνει Πυρήνα και Περιφερειακή Ζώνη.

Καταφύγια άγριας ζωής

  • Μετσόβου - Χρυσοβίτσας - Γρεβενιτίου
  • Τσούκα Καραλή - Βελόνι (Κρανιάς)
  • Ηλιοχωρίου - Βρυσοχωρίου Δήμου Τύμφης
  • Κυρά Καλή - Τρυπημένη (Μοναστηρίου - Κρανιάς)
  • Παλαιομονάστηρο - Μπατεφούρλο (Περιβολίου)
  • Βάλια Κύρνα (Σαμαρίνας)
  • Πάπιγκο
  • Χαράδρα Αώου (Κόνιτσας - Ελεύθερου - Πάπιγκου)
  • Πάδες
  • Άγιος Αθανάσιος - Σιπίτουρα (Ασπραγγέλων - Ελάτης)
  • Φλαμπουραρίο - Βοβούσα

 

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΥΓΡΟΤΟΠΩΝ ΤΟΥ ΕΚΒΥ

Η περιοχή περιλαμβάνει υγροτόπους που περιλαμβάνονται στον κατάλογο των Ελληνικών Υγροτόπων του ΕΚΒΥ (Φυτώκα κ.άλ., 2000*).

Συγκεκριμένα εντάσσονται οι παρακάτω περιοχές:

  • Η Τεχνητή Λίμνη Αώου με ονομασία «ΤΛ. ΑΩΟΥ», κωδικό GR213152000 και τυπολογία κατά Ramsar «Τεχνητές λίμνες / Φράγματα».
  • Οι Λίμνες Φλέγκας με ονομασία «ΛΙΜΝΕΣ ΦΛΕΓΚΑΣ», κωδικό GR131159000 και τυπολογία κατά Ramsar «Μόνιμες λίμνες γλυκών υδάτων».
  • Η Δρακόλιμνη με  ονομασία «Λ. ΔΡΑΚΟΛΙΜΝΗ ΤΥΜΦΗΣ», κωδικό GR213157000 και τυπολογία κατά Ramsar «Μόνιμες λίμνες γλυκών υδάτων».

* Φυτώκα, Ελένη, Θ. Παρτόζης, Δ. Χουβαρδάς, Π.Α. Γεράκης και Μ. Καρτέρης. 2000. Απογραφή Ελληνικών Υγροτόπων στο πλαίσιο του έργου «Ενημέρωση και Εμπλουτισμός Εθνικής Βάσης Δεδομένων για τους Ελληνικούς Υγροτόπους». Βάση Δεδομένων. Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων και Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο.

Η ιδιαίτερη οικολογική αξία του Εθνικού Πάρκου αφορά στην παρουσία πολλών ενδημικών, σπάνιων και προστατευόμενων ειδών φυτών και απειλούμενων ζώων, στα οποία περιλαμβάνονται και όλα σχεδόν τα μεγάλα θηλαστικά της Ελλάδας.

Η μεγάλη ποικιλότητα των ειδών οφείλεται και στην τεράστια ποικιλία ενδιαιτημάτων. Βραχώδεις εξάρσεις, φαράγγια, ορθοπλαγιές, λιθώνες, σπήλαια και βάραθρα που συνθέτουν μια εκπληκτική γεωλογική ποικιλομορφία. Θαμνότοποι, εκτεταμένα ορεινά λιβάδια, μωσαϊκά με κήπους, αγροί και λείψανα αναβαθμίδων και κλαδονομών αναδεικνύουν τα πολιτισμικά τοπία της περιοχής. Ορεινές λίμνες, περιοδικές ξερόλιμνες, υγρολίβαδα, ορεινά ρέματα, ποταμοί και πηγές που κάνουν αισθητή την έντονη παρουσία του νερού. Πυκνά δύσβατα δάση αλλά και αραιές δασικές εκτάσεις προσδίδουν τον δασικό χαρακτήρα της περιοχής.

Η βλάστηση της περιοχής οφείλει τη σημερινή μορφή της σε μια μακρά πορεία εξέλιξης στον χρόνο, με κύριους σταθμούς τη γεωλογική ιστορία του τόπου, την ιδιαίτερη τοπιογραφία, τις κλιματικές συνθήκες, τον ανταγωνισμό των ειδών, αλλά και την ανθρώπινη παρουσία. Οι μεγάλες υψομετρικές διαφορές (από τα 400 έως τα 2.637 μέτρα) συνέβαλαν καθοριστικά στην εξαιρετικά πλούσια ποικιλία φυτών, με είδη τόσο των ευμεσογειακών οικοσυστημάτων στα χαμηλά υψόμετρα και στις προφυλαγμένες από το ψύχος θέσεις, όσο και με είδη προσαρμοσμένα στη σκληρή ζωή που επιβάλλουν το μεγάλο υψόμετρο και η χιονοκάλυψη για μεγάλη διάρκεια του έτους.

Χλωρίδα

Η Πίνδος αποτελεί έναν παράδεισο των φυτών, καθώς στην περιοχή φύεται σχεδόν το 1/3 των περίπου 5.850 ειδών που έχουν καταγραφεί έως σήμερα στην Ελλάδα. Επιπλέον, συστηματικές καταγραφές αποδεικνύουν ότι η περιοχή αποτελεί μία από τις σπουδαιότερες για την ελληνική και βαλκανική χλωρίδα. Σύμφωνα με τις πρόσφατες έρευνες, μόνο στην Τύμφη φύονται περισσότερα από 1.750 είδη, ενώ ο συνολικός αριθμός ειδών στη Βόρεια Πίνδο εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 2.000. Στην περιοχή του Εθνικού Πάρκου εντοπίζονται είδη φυτών τα οποία είναι ενδημικά της Ελλάδας ή της Βαλκανικής Χερσονήσου, είδη που προστατεύονται από την Οδηγία των Οικοτόπων (Οδηγία 92/43/ΕΟΚ), καθώς και είδη που περιλαμβάνονται στο «Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας» ή προστατεύονται από το Προεδρικό Διάταγμα 67/1981.

Στα πιο εντυπωσιακά λουλούδια της Πίνδου περιλαμβάνονται τα πέντε είδη άγριου κρίνου του γένους Lillium (λείριο) που στολίζουν τα δάση με τα εντυπωσιακά κόκκινα, ροζ, λευκά και κίτρινα άνθη τους (λείριο το πάλλευκο - Lillium candidum, λείριο το χαλκηδονικό - Lillium chalcedonicum, λείριο του Χελδράιχ - Lillium heldraichi, λείριο το αλβανικό - Lillium albanicum και λείριο το μάρταγον - Lillium martagon), οι άγριες τουλίπες (Tulipa australis), οι εκρηκτικές παιόνιες (Paeonia peregrina), οι εύθραυστοι νάρκισσοι (Narcissus poeticus), οι ορχιδέες Orchis mascula, Orchis ustulata, Orchis italica, Orchis simia, Orchis frivaldii, Dactylorhiza saccifera, Ophrys lutea κ.ά. (έχουν καταγραφεί έως σήμερα 52 είδη ορχεοειδών), τα διακριτικά γαρύφαλλα του βουνού (Dianthus spp.), η γεντιανή η εαρινή (Gentiana verna), ο αθάνατος (Semprevivum marmoreum), η σαξιφράγκα η σπρουνέρειος (Saxifraga spruneri), η τριανταφυλλιά χωρίς αγκάθια (Rosa apendulina).

Ορισμένα από τα φυτά της περιοχής είναι σημαντικά εξαιτίας της περιορισμένης εξάπλωσης τους στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο. Η περιοχή αποτελεί τη μοναδική τοποθεσία στην Ευρώπη όπου φύεται το σπάνιο ασιατικό είδος Veronica bornmuelleri, ενώ ο ποταμός Αώος αποτελεί το νοτιότερο όριο της παρουσίας του είδους Pachychilon pictus, το οποίο, παρότι πολύ κοινό στην Αλβανία και στην ΠΓΔΜ, θεωρείται σπάνιο για τη χώρα μας, αλλά και για την Ευρώπη. Από τα ενδημικά φυτά της περιοχής, τα είδη Silene intonsa, Saxifraga biflora epirotica, Galium sacrorum, Hieracium dasycraspedum και Hieracium necopinum φύονται μόνο στον Εθνικό Δρυμό Βίκου - Αώου, ενώ τo Centaurea vlachorum μόνο στον Εθνικό Δρυμό Πίνδου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης τα είδη Ramonda serbica, Centaurea tymphaea, Centaurea pawlowskii, Sedum tymphaeum, Alyssum heldreichi, Silene pindicola, Onosma epirotica, Minuartia pseudosaxifraga, Valeriana crinii, Galium sacrorum κ.ά. τα οποία είναι ενδημικά σε εθνικό ή βαλκανικό επίπεδο. Από τις ορχιδέες ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει το είδος Orchis ή Leucorchis frivaldii, το οποίο αναφέρεται ως ενδημικό της Βαλκανικής, σπανίζει όμως στις γειτονικές χώρες. Στη Βάλια Κάλντα συναντάται σε μεγάλους πληθυσμούς στις πλαγιές της Φλέγγας.

Ξεχωριστού ενδιαφέροντος είναι και η χλωρίδα των οφιολιθικών πετρωμάτων (Σμόλικας, Βασιλίτσα, Λύγκος, Κλέφτες) όπου τα φυτά έχουν προσαρμοσθεί σε εδάφη με υψηλές συγκεντρώσεις μετάλλων, κυρίως μαγνησίου (σερπεντινόφιλα είδη). Ενδεικτικά, αναφέρονται τα είδη Allysum smolicanum, Allium sphaerocephalon, Viola albanica, Gallium ophiolithicum, Cerastium smolicanum, Centaurea vlachorum και Centaurea ptarmicaefolia.

Πανίδα

Στην περιοχή του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου έχουν καταγραφεί 291 είδη σπονδυλόζωων: 60 είδη θηλαστικών, 186 είδη πουλιών, 30 είδη ερπετών, 14 είδη αμφιβίων και 17 είδη ψαριών.

Μεγαλόπρεπα θηλαστικά, εμβληματικά του Εθνικού Πάρκου όπως η καφέ αρκούδα (Ursus arctos) που διατηρεί στην Πίνδο τον μεγαλύτερο πληθυσμό της Ελλάδας, ο λύκος (Canis lupus), το αγριογούρουνο (Sus scrofa), ο αγριόγατος (Felix silvestris), το ζαρκάδι (Capreolus capreolus), η βίδρα (Lutra lutra) και το αγριόγιδο (Rupicarpa rupicarpa balcanica) που επίσης συγκεντρώνει στην περιοχή τον μεγαλύτερο ελληνικό πληθυσμό του, δίδουν ζωή στα δάση και στους απότομους γκρεμούς της περιοχής. Μικρότερα σε μέγεθος είδη, όπως ο σκαντζόχοιρος (Erinaceus europaeus), οι νυχτερίδες, το κουνάβι (Martes sp.), ο ασβός (Meles meles), οι μυωξοί (Glis glis) και οι μυγαλές (Crocidura sp.) συμπληρώνουν τον κατάλογο θηλαστικών του Εθνικού Πάρκου. Επίσης, στην περιοχή υπάρχουν ενδείξεις για σποραδική παρουσία του λύγκα (Lynx lynx), του μεγαλύτερου αιλουροειδούς της Ευρώπης, που είναι πιθανόν να επισκέπτεται την περιοχή, καλά κρυμμένος από τα μάτια των ανθρώπων.

Αρπακτικά πουλιά, όπως ο παγκοσμίως απειλούμενος με εξαφάνιση ασπροπάρης (Neophron percnopterus), το «άλογο του κούκου», όπως ονομάζεται τοπικά γιατί φέρνει κάθε χρόνο την άνοιξη στα βουνά της Πίνδου, ο χρυσαετός (Aquila chrysaetos), σύμβολο του Εθνικού Δρυμού Βίκου - Αώου, ο πετρίτης (Falco peregrinus), το πιο γρήγορο γεράκι του κόσμου και ο εξαιρετικά εξειδικευμένος στη διατροφή του φιδαετός (Circaetus gallicus), αποτελούν τα πιο εμβληματικά αρπακτικά του Εθνικού Πάρκου. Επίσης, παλαιότερα στις κορυφές γυροπετούσαν δεκάδες όρνια (Gyps fulvus) και, μαζί τους, ο ακριβοθώρητος γυπαετός (Gypaetus barbatus).

Είδη των αγροτικών οικοσυστημάτων αντικατοπτρίζουν την ποικιλία του τοπίου και των ενδιαιτημάτων της περιοχής. Κεφαλάδες (Lanius spp.) παραμονεύουν στους θάμνους για ακρίδες. Πελαργοί (Ciconia ciconia) τρέφονται το καλοκαίρι στα θερισμένα χωράφια των μικρών οροπεδίων. Κιρκινέζια (Falco naumanni), απειλούμενα σε παγκόσμιο επίπεδο, επισκέπτονται τους αγρούς και τα ορεινά λιβάδια κατά τη θερινή περίοδο και πριν από τη μετανάστευση.

Στους ποταμούς, στα ρέματα, στις λίμνες και στους νερόλακκους, τρέφονται μαυροπελαργοί (Ciconia nigra) που φωλιάζουν σε απομονωμένα χαμηλά και υγρά δάση ή φαράγγια στο Ζαγόρι, στον Βενέτικο και στη Βάλια Κάλντα.

Στις απότομες πλαγιές, αντηχούν οι φωνές των εκατοντάδων κιτρινοκαλιακούδων (Pyrrhocorax graculus) και των σπανιότερων κοκκινοκαλιακούδων (Pyrrhocorax pyrrhocorax), ενώ πραγματική τύχη είναι να δει κανείς τον ακριβοθώρητο τοιχοδρόμο (Tichodroma muraria) που αγαπά τα απότομα, κάθετα βράχια.

Στα ορεινά λιβάδια, απαντά ο κορυδαλλός των ψυχρών λιβαδιών, η χιονάδα (Eremophila alpestris) με τα παράξενα λοφία της και ο χιονόστρουθος (Montinfrigilla nivalis) τον οποίο έχουν την ευκαιρία να δουν, στα απέραντα λιβάδια της Τύμφης, μόνο τυχεροί ορειβάτες. Ο χιονοψάλτης (Prunella collaris) και ο λαλίστατος πυρροκότσυφας (Monticola saxatilis) ζωντανεύουν επίσης με τα τραγούδια τους τα ορεινά βοσκοτόπια.

Τον δασικό χαρακτήρα του Πάρκου καταδεικνύει η παρουσία διαφόρων ειδών δρυοκολάπτη. Τα ώριμα δάση πεύκης και κυρίως οι θέσεις σε απότομες πλαγιές με πολλά ξερά δένδρα αποτελούν κατάλληλο ενδιαίτημα για τον κοινό στα δάση της Βάλια Κάλντα μαύρο δρυοκολάπτη (Dryocopus martius). Στο Εθνικό Πάρκο απαντούν επίσης σπάνιοι στην Ελλάδα δρυοκολάπτες, όπως ο σταχτής δρυοκολάπτης (Picus canus), ο λευκονώτης (Dendrocopos leuconotos), αλλά και είδη πιο κοινά, όπως ο πευκοδρυοκολάπτης (Dendrocopοs major) και ο πράσινος δρυοκολάπτης (Picus viridis).

Όσον αφορά στα ερπετά, τα περισσότερα είδη εντοπίζονται στους αείφυλλους σκληρόφυλλους θαμνώνες των χαμηλότερων υψομέτρων του Πάρκου. Η μεσογειακή χελώνα (Testudo hermanni), η κρασπεδοχελώνα (Testudo marginata), η σαΐτα (Coluber najadum), το σπιτόφιδο (Elaphe situla), το ασινόφιδο (Coronella austriaca) οι οχιές (Vipera ammodytes και V. ursinii), τα νερόφιδα (Natrix natrix και N. tesselata) και η κερκυραϊκή σαύρα (Algyroides nigropunctatus) είναι ορισμένα από τα πιο κοινά είδη, ενώ η αμμόσαυρα (Lacerta agilis) και ο αστρίτης (Vipera berus), αν και κοινά στην Κεντρική Ευρώπη, είναι σπάνια στην Ελλάδα, όπου βρίσκεται και το νοτιότερο όριο της εξάπλωσής τους.

Στις ορεινές λιμνούλες και λούτσες ζουν οι χαρακτηριστικοί τρίτωνες ή αλλιώς «δρακάκια» (π.χ. Triturus alpestris). Στα υγρά μέρη μπορεί κανείς να δει μαυροκίτρινες και αργοκίνητες σαλαμάνδρες (Salamandra salamandra). Στα ρέματα και σε άλλα σημεία με νερό ζουν βάτραχοι όπως ο πράσινος φρύνος (Bufo viridis), ο χωματόφρυνος (Bufo bufo), η μπομπίνα (Bombina variegata), ο βάτραχος των ρυακιών (Rana graeca) και ο ευκίνητος βάτραχος (Rana dalmatina).

Στους ποταμούς της περιοχής ζουν 17 είδη ψαριών. Από αυτά, ο πινδοβίνος (Oxynoemacheilus pindus) είναι τοπικό ενδημικό είδος που απαντά μόνο στον ποταμό Αώο και πουθενά αλλού στον κόσμο. Στον Αώο και τους παραποτάμους του απαντά και ο σπάνιος για την Ελλάδα χειλάς (Pachychilon pictum). Περισσότερο γνωστά είδη ψαριών είναι η πέστροφα (Salmo trutta), ο κέφαλος των γλυκών νερών (Leuciscus cephalus), το συρτάρι (Chondrostoma nasus) και η μπριάνα (Barbus peloponnesius). Η πέστροφα προτιμά κρύα, διαυγή και πλούσια σε οξυγόνο νερά και πετρώδη πυθμένα. Ο κέφαλος των γλυκών νερών και το συρτάρι προτιμούν λιγότερο κρύα νερά με ικανοποιητική περιεκτικότητα σε οξυγόνο, μέτρια θολερότητα και χαλικώδη πυθμένα.

Η υψηλή οικολογική αξία της περιοχής υποδηλώνεται, επίσης, και από την παρουσία σημαντικών ειδών ασπονδύλων, όπως ο ελαφοκάνθαρος (Lucanus cervus) και πολλά είδη λεπιδόπτερων (πεταλούδες).

Πολιτισμός

Την πολιτιστική σπουδαιότητα της περιοχής προστατεύουν νόμοι και διατάγματα που αφορούν στις αρχαιότητες της περιοχής, στις μονές και τους ναούς που συνθέτουν κορυφαία δείγματα της βυζαντινής και μεταβυζαντινής αρχιτεκτονικής, στους οικισμούς, σε δημόσια κτήρια και ιδιωτικές κατοικίες αντιπροσωπευτικές της τοπικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής και στα αναρίθμητα λίθινα γεφύρια αριστουργήματα δεξιοτεχνίας των μαστόρων της περιοχής.

Η ιστορία της ανθρώπινης κατοίκησης της περιοχής ξεκινά από την παλαιολιθική εποχή (14.000 π.Χ.), όπως φανερώνουν ευρήματα, κατάλοιπα της ανθρώπινης δραστηριότητας μικρών ομάδων κυνηγών-συλλεκτών, σε φυσικά κοιλώματα βράχων στις όχθες του ποταμού Βοϊδομάτη. Μεταγενέστερα αρχαιολογικά δεδομένα από τον Ελαφότοπο και το οροπέδιο των Κάτω Πεδινών (~1.200 π. Χ.), αλλά και ευρήματα από τη Βίτσα (9ος - 4ος αι. π.Χ.) μαρτυρούν την κατοίκηση της περιοχής από οικογένειες νομάδων κτηνοτρόφων, οι οποίοι μετακινούνταν κατά τη διάρκεια του χειμώνα στα χειμαδιά των ακτών του Ιονίου.

Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους (330 - 167 π.Χ.), λείψανα από φρούρια και οχυρά μαρτυρούν την ύπαρξη οργανωμένων οικισμών, καθώς και σημαντικών διαβάσεων που ένωναν την ορεινή Ήπειρο με τον υπόλοιπο κόσμο. Στο δυτικό τμήμα της Βόρειας Πίνδου σώζονται τα ερείπια οχυρώσεων της εποχής, ενώ στο ανατολικό τμήμα της περιοχής, τα αρχαιολογικά δεδομένα (π.χ. αρχαία ακρόπολη, νεκροταφείο και νεκροπόλεις στην περιοχή του χωριού Σπήλαιο και ερείπια κάστρου στο χωριό Πρόσβορο) μαρτυρούν τη συνεχή κατοίκηση από την εποχή του σιδήρου έως και τη βυζαντινή εποχή. Στην περιοχή των Γρεβενών, οι αρχαίοι οικισμοί βρίσκονται διάσπαρτοι στην περιοχή από τον Βούρινο έως τα βάθη των Χασίων και τους πρόποδες της Πίνδου. Πάνω σε αυτόν τον οικιστικό καμβά, οι Μακεδόνες βασιλείς ιδρύουν ή ενισχύουν μικρά οχυρά, όπως το Καστρί που ανασκάπτεται τα τελευταία έτη στο Πολυνέρι Γρεβενών. Μετά την καταστροφή της Ηπείρου από τους Ρωμαίους (167 π.Χ.), η απουσία αρχαιολογικών ευρημάτων υποδηλώνει πιθανότατα την ερήμωσή της.

Κατά τη διάρκεια της παλαιοχριστιανικής (4ος - 6ος αι. μ.Χ.), πρώιμης και μέσης βυζαντινής περιόδου (9ος αι. - 1204 μ.Χ.), από την ευρύτερη περιοχή διέρχονται διάφορες φυλές από βορειότερα, όπως Βησιγότθοι, Ούννοι, Βούλγαροι, Σλάβοι και τέλος Νορμανδοί. Επιδρομές και ειρηνικές εγκαταστάσεις Σλάβων από τις αρχές του 6ου αιώνα άφησαν ως αποτύπωμά τους στον χώρο πολυάριθμα σλάβικα τοπωνύμια. Την παλαιοχριστιανική περίοδο αντιπροσωπεύουν οχυρώσεις και μνημεία, όπως το κάστρο στην είσοδο της χαράδρας του Αώου που χρονολογείται στα χρόνια του Ιουστινιανού (527 - 565 μ.Χ.), επεμβάσεις για την ενίσχυση και επάνδρωση οχυρώσεων προηγούμενων περιόδων για τη φύλαξη κρίσιμων περασμάτων, όπως στο Σπήλαιο και στο Πολυνέρι Γρεβενών. Γνωστά μνημεία της μέσης βυζαντινής περιόδου αποτελούν οι τρεις μονές κατά μήκος της κεντρικής οδικής αρτηρίας της εποχής, του λεγόμενου «Βασιλικόδρομου», οι οποίες σύμφωνα με την παράδοση κτίσθηκαν από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Κωνσταντίνο Δ΄ Πωγωνάτο: η Μονή Μολυβδοσκέπαστου στη συμβολή των ποταμών Αώου και Σαραντάπορου, η Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην Κλειδωνιά και η Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Βοτσάς, ανάμεσα στα χωριά Γρεβενίτι και Δόλιανη.

Κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο (1204 - 1479 μ.Χ.), η Δυτική Πίνδος περιλαμβάνεται στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, τα μεγάλα αστικά κέντρα του οποίου διοικούνται διαδοχικά από Έλληνες, Σέρβους και ιταλικής καταγωγής τοπικούς ηγεμόνες. Συχνά, σε διάφορες περιοχές της υπαίθρου επικρατούν Αλβανοί τοπάρχες, οι οποίοι, πολλές φορές, έρχονται σε σύγκρουση με τους νόμιμους ηγεμόνες της Ηπείρου.

Το 1430 οι Οθωμανοί φθάνουν στα Ιωάννινα και η Ήπειρος κατακτάται. Στην πρώτη διοικητική οργάνωση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η περιοχή των Γρεβενών εντάσσεται στο Πασαλίκι των Ιωαννίνων και γίνεται καζάς, στον οποίο περιλαμβάνονται, εκτός των γρεβενιώτικων χωριών, 23 χωριά της περιοχής Πενταλόφου, τα χωριά του οροπεδίου της Δεσκάτης καθώς και μερικά ακόμα χωριά της Ελασσόνας. Τα Ζαγοροχώρια, συνθηκολογούν με τον Σινάν Πασά, ενώ στο Μέτσοβο δίδονται σημαντικά προνόμια, με σκοπό την εξασφάλιση του ελέγχου της ορεινής διάβασης του Ζυγού. Έτσι, οι δύο περιοχές εξασφάλισαν καθεστώς αυτονομίας και αυτοδιοίκησης, το οποίο, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη του εμπορίου, οδήγησαν την περιοχή σε μεγάλη οικονομική, πολιτιστική και πνευματική άνθηση. Πολλοί ευεργέτες και σπουδαίοι πνευματικοί άνθρωποι της χώρας κατάγονται από την περιοχή του Ζαγορίου και του Μετσόβου. Επιπλέον, η ακμή της κτηνοτροφίας στο Μέτσοβο κατά τον 17ο αιώνα, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη του εμπορίου, οδήγησε στον μετασχηματισμό ενός αρχικά κτηνοτροφικού χωριού σε βιοτεχνικό κέντρο. Το Μέτσοβο βάσισε την ανάπτυξή του στην παραγωγή μαλλιού και διεύρυνε τις δραστηριότητές του μέσω της ίδρυσης εμπορικών οίκων σε αναπτυγμένες πόλεις της εποχής (Βιέννη, Κωνσταντινούπολη, Μόσχα, Βενετία, Οδησσός, Αλεξάνδρεια κ.ά.) Οι Ζαγορίσιοι, την ίδια περίοδο, αλλά κυρίως από τα μέσα του 18ου αιώνα, μετανάστευσαν στην Πόλη, στη Μικρά Ασία, στη Βενετία, στη Ρώμη, στις χώρες γύρω από το Δούναβη, στη Ρωσία, την Αυστροουγγαρία, την Αφρικανική Ήπειρο κι αργότερα στην Αμερική, αναζητώντας μια καλύτερη μοίρα που δεν μπορούσε να τους εξασφαλίσει η φτωχή ορεινή γη. Με τρόπο ανάλογο, στα Μαστοροχώρια της Κόνιτσας, την ίδια περίοδο, παρατηρείται στροφή από τη γεωργία και την οικόσιτη κτηνοτροφία, που συντηρούσαν τις μικρές κοινότητες της εποχής, σε τεχνικές δραστηριότητες. Όπως η ίδια η λέξη «Μαστοροχώρια» μαρτυρά, με αφετηρία την τέχνη του χτίστη, αναπτύσσεται ένας καταμερισμός ειδικοτήτων ανά χωριό. Λιθοξόοι από την Πυρσόγιαννη, ζωγράφοι από τους Χιονιάδες, ταλιαδόροι (ξυλογλύπτες) από τον Γοργοπόταμο (Τούρνοβο) μετακινούνται σε διάφορα σημεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ακόμη και εκτός των ορίων της, χτίζοντας σπίτια, εκκλησίες και γεφύρια. Πολλά από τα αριστουργήματα της τέχνης τους μπορεί να θαυμάσει κανείς σήμερα και στους οικισμούς που βρίσκονται μέσα στο Εθνικό Πάρκο. Εκτός από τους μόνιμα εγκατεστημένους πληθυσμούς, νομάδες κτηνοτρόφοι που μετατράπηκαν με το πέρασμα του χρόνου σε μετακινούμενους, Βλάχοι και Σαρακατσάνοι, ακολουθώντας αρχαίους δρόμους μετακινούνται για αιώνες με τα κοπάδια τους από τις θερινές βοσκές στις βουνοκορφές της Πίνδου, σε χειμαδιά στα πεδινά και παράλια της Ηπείρου, της Θεσσαλίας ή της Μακεδονίας και, πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και της Αλβανίας.

Ως απομεινάρια της περιόδου ακμής, ιδιωτικές πολυτελείς λίθινες οικίες με πλούσιο εσωτερικό διάκοσμο, δημόσια κτήρια, αριστουργηματικές εκκλησίες και μονές, υποδομές όπως τα ξακουστά γεφύρια της περιοχής, βρύσες και καλντερίμια μαρτυρούν την πλούσια οικονομική, πνευματική και κοινωνική ζωή του παρελθόντος και την ευμάρεια των πληθυσμών της περιοχής. Αντίστοιχη άνθιση του εμπορίου και της οικονομίας κατά τον 18ο αιώνα γνωρίζουν και τα Γρεβενά.

Η αρχή της παρακμής ξεκίνησε στις αρχές του 19ου. Ο μαρασμός ακολούθησε την μεγάλη οικονομική κρίση του μεσοπολέμου και συνεχίστηκε με τα γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφύλιου. Τα περισσότερα χωριά της περιοχής, ακολουθώντας τη μοίρα της υπόλοιπης ορεινής Ελλάδας συρρικνώθηκαν πληθυσμιακά. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια παρουσιάζονται δείγματα ανάκαμψης, καθώς οι διάφορες μορφές εναλλακτικού τουρισμού που αναπτύχθηκαν στην περιοχή δημιούργησαν νέες θέσεις εργασίας και αποτέλεσαν μια καινούργια προοπτική για τους κατοίκους της.

Υποδομές

Σήμερα στην περιοχή του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου λειτουργούν πέντε Κέντρα Πληροφόρησης στους Ασπραγγέλους, στους Μαυραναίους, στο Μέτσοβο, στη Βοβούσα και στο Πάπιγκο.

Το Κέντρο Πληροφόρησης Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου που βρίσκεται στους Ασπράγγελους Ζαγορίου.

Η λειτουργία του άρχισε το 2003 από την Αναπτυξιακή Εταιρεία Ήπειρος Α.Ε. Από το 2004, η ευθύνη λειτουργίας πέρασε στον Φορέα Διαχείρισης Εθνικών Δρυμών Βίκου - Αώου και Πίνδου. Η έκθεση επικεντρώνεται στο Ζαγόρι, στον πολιτιστικό και φυσικό πλούτο του, αλλά και στις διαδρομές που μπορεί να ακολουθήσει ο επισκέπτης για μια ικανοποιητική γνωριμία με την περιοχή. Πρόκειται για το πρώτο σε επισκεψιμότητα κέντρο πληροφόρησης του Εθνικού Πάρκου, και το μόνο που είναι ανοιχτό καθημερινά.

Το Κέντρο Πληροφόρησης Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου που βρίσκεται στον οικισμό Μαυραναίοι του Νομού Γρεβενών.

Η θέση του αποτελεί πύλη εισόδου στην προστατευόμενη περιοχή, εξασφαλίζοντας πρόσβαση στο δυτικό τμήμα του Εθνικού Πάρκου και στον Εθνικό Δρυμό Βόρειας Πίνδου (Βάλια Κάλντα).

Το Κέντρο Πληροφόρησης Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου που βρίσκεται στην είσοδο του Μετσόβου.

Η λειτουργία του άρχισε το 2003 από την Αναπτυξιακή Εταιρεία Ήπειρος Α.Ε., ενώ το 2004 μεταβιβάσθηκε στον Φορέα Διαχείρισης Εθνικών Δρυμών Βίκου - Αώου και Πίνδου. Ο εκθεσιακός χώρος είναι αφιερωμένος στην περιοχή του Μετσόβου.

Το Κέντρο Πληροφόρησης Παπίγκου που βρίσκεται στον οικισμό Μικρό Πάπιγκο Ζαγορίου.

Ιδρύθηκε το 2001 και στεγάζεται στον χώρο του παλιού Δημοτικού Σχολείου Μικρού Πάπιγκου, δίπλα από την εκκλησία των Ταξιαρχών. Ο εκθεσιακός του χώρος είναι αφιερωμένος στη φύση του Ζαγορίου. Εκτός από τα καθαρά περιβαλλοντικά θέματα, παρουσιάζονται στοιχεία του πολιτισμού των χωριών του Ζαγορίου που ανά τους αιώνες έζησαν σε δημιουργική εξάρτηση με το ορεινό τους περιβάλλον.

Σύμφωνα με την αποδελτίωση Τύπου για την περιοχή…

 

Τον Δεκέμβριο του 1992 στον Εθνικό Δρυμό Βίκου - Αώου, στα πλαίσια προγραμμάτων LEADER, έγιναν έργα με κονδύλια της ΕΟΚ, τα οποία χαρακτηρίστηκαν καταστροφικά για το περιβάλλον αλλά και την αισθητική αλλοίωση του.
(Καθημερινή 1/12/1992, Αυγή 1/12/1992 & 17/12/1992, Θεσσαλονίκη 31/12/1992)

Τον Μάιο του 1993 το Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας μαζί με μία ομάδα επιστημόνων δούλεψαν στο πλαίσιο του Μεσογειακού Ολοκληρωμένου Προγράμματος Δυτικής Ελλάδας και Πελοποννήσου και εκπόνησαν οικολογική - χωροταξική μελέτη της περιοχής της Βόρειας Πίνδου με σκοπό να διασώσουν το φυσικό περιβάλλον και να το κάνουν βιώσιμο και οικονομικά ενδιαφέρον.
(Οικονομικός Ταχυδρόμος 6/5/1993)

Τον Σεπτέμβριο του 1993 μεγάλη πυρκαγιά κατέκαψε τη Βάλια Κάλντα με αποτέλεσμα να καταστραφούν μεγάλες δασικές εκτάσεις μαύρης πεύκης και οξιάς (Τα Νέα 1/9/1993, Ελεύθερος 3/9/1993).

Τον Οκτώβριο του 2001 έντονες αντιδράσεις υπήρξαν από οικολογικές οργανώσεις και κατοίκους της Βοβούσας Ιωαννίνων λόγω της άδειας που δόθηκε για την κατασκευή υδροηλεκτρικού εργοστασίου, και το οποίο θα προκαλούσε ανυπολόγιστες ζημιές στον Αώο, στην πανίδα και τη χλωρίδα αλλά και στο μοναδικό ηπειρωτικό τοπίο.
(Απογευματινή 12/10/2001, Ελευθεροτυπία 18/10/2001, ΜΕΤΡΟ 12/2001)

Τον Απρίλιο του 2007 οι επιστήμονες της οργάνωσης "Καλλιστώ" τοποθέτησαν στις αρκούδες της Ανατολικής Πίνδου ειδικά δορυφορικά κολάρα στην προσπάθεια τους να καταγράψουν την αντίδραση των ζώων στην κατασκευή της Εγνατίας Οδού. Τα κολάρα αυτά ενεργοποιούνταν κάθε μία ώρα και με τη βοήθεια πέντε δορυφόρων γινόταν καταγραφή του στίγματος τους. Τα δεδομένα μεταδίδονταν στο κολάρο όπου και αποθηκεύονταν και κάθε δέκα μέρες μεταφέρονταν ασύρματα σε φορητό υπολογιστή της οργάνωσης.
(Ελεύθερος Τύπος 26/4/2007)

Τον Απρίλιο του 2011 δημοσιεύματα μιλούν για μεγάλη περιβαλλοντική καταστροφή σε ένα από τα πιο όμορφα οικοσυστήματα της χώρας, τον ποταμό Βοϊδομάτη, λόγω της ραγδαίας τουριστικής και οικιστικής ανάπτυξης της περιοχής. Το μεγαλύτερο πρόβλημα θεωρήθηκε το αποχετευτικό σύστημα της περιοχής και τα λύματα του, που κατέληγαν στο ποτάμι ανεπεξέργαστα. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν η συστηματική υποβάθμιση του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου και του απείρου φυσικού κάλλους οικοσυστήματος του Βίκου.
(Realnews 30/4/2011)

Τον υψηλό κίνδυνο που διατρέχουν οι καφέ αρκούδες της Πίνδου από τροχαία ατυχήματα τόνισε δημοσίευμα τον Οκτώβριο του 2011. Σύμφωνα με μελέτες, το χρονικό διάστημα 1998 - 2010, 53 αρκούδες είχαν παρασυρθεί από οχήματα στην Πίνδο και το Γράμμο. Για το λόγο αυτό περιβαλλοντικές οργανώσεις ζήτησαν να ολοκληρωθούν οι περιφράξεις εκατέρωθεν των δρόμων για την προστασία των ζώων και των οδηγών.
(Η Καθημερινή 1/10/2011)

Τον Μάρτιο του 2012, ο Εθνικός Δρυμός Βόρειας Πίνδου (Βάλια Κάλντα) και μέρος του Εθνικού Δρυμού Βίκου-Αώου επιλέχθηκαν από το Διεθνές Δίκτυο Υποδειγματικών Δασών (International Model Forest Network Med), μαζί με άλλα επιλεγμένα ευρωπαϊκά οικοσυστήματα, ώστε να συμπεριληφθούν σε κατάλογο με τα 50 πρότυπα δάση του κόσμου. Η διεθνής διάκριση για τα οικοσυστήματα του Δήμου Γρεβενών αναμένεται να δώσει ώθηση στην περιβαλλοντική ανάπτυξη της περιοχής.
(Realnews 11/2/2012)

Τον Απρίλιο του 2013 ο Πηνειός βάφτηκε κόκκινος εξαιτίας των κατολισθήσεων που έγιναν στην Πίνδο από τις έντονες βροχοπτώσεις του Φθινοπώρου του 2012 και των πλημμυρικών φαινομένων που εξακολούθησαν μέχρι την Άνοιξη. Το κόκκινο χρώμα στα νερά του ποταμού προήλθε από μπάζα, λάσπες και φερτά υλικά.
(Έθνος 5/4/2013)

Τον Απρίλιο του 2013 πραγματοποιήθηκαν σχεδιασμοί για την εκτροπή του ποταμού Αώου χωρίς όμως να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις στην προστατευόμενη περιοχή και στη διατήρηση του ποταμού. Σύμφωνα με μελέτες ο Αώος με αυτό τον τρόπο πρόκειται να απωλέσει μεγάλες ποσότητες νερού στο σημείο της εκτροπής, αλλά και στη χαράδρα του με άμεσες συνέπειες στα οικοσυστήματα, τη βιοποικιλότητα και τους προστατευόμενους οικοτόπους. Οι σκέψεις για την υλοποίηση αυτού του έργου ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1980.
(Η Εποχή 23/2/2014, Ελευθεροτυπία 15/7/2013, 18/7/2013 & 1/2/2014, Η Αυγή 30/3/2013, 5/9/2013 & 1/12/2013, Η Εφημερίδα των Συντακτών 29/3/2013)

Τον Αύγουστο του 2013 στις όχθες του ποταμού Καλαμά η εμφάνιση νεκρών δέντρων πήρε μεγάλες διαστάσεις. Το γεγονός αποδόθηκε στην εμφάνιση ενός μύκητα, ο οποίος προκαλεί μεταχρωματικό έλκος και χαρακτηρίζεται ως φονιάς των πλατάνων. Η μεταφορά αυτής της «ασθένειας» γίνεται μέσω της ανθρώπινης δραστηριότητας (εργασίες κοπής δέντρων, έργα Δ.Ε.Η., χωματουργικά έργα, αμμοληψίες).
(Καθημερινή 10/8/2013)

Τον Νοέμβριο του 2013 οι οργανώσεις WWF Ελλάς και Καλλιστώ, ο Δήμος Κόνιτσας, ο Φορέας Διαχείρισης Εθνικών Δρυμών Βίκου - Αώου και Πίνδου και το Μεσογειακό Ινστιτούτο για τη Φύση και τον Άνθρωπο (Med - INA) αντέδρασαν από κοινού στο έργο εκτροπής των νερών του Ποταμού Αώου με προσφυγή στο Σ.Τ.Ε. επισημαίνοντας τις καταστροφικές συνέπειες αυτού.
(Η Αυγή 16/11/2013, Ελεύθερος Τύπος 16/11/2013, Μακεδονία 16/11/2013, Η Καθημερινή 16/11/2013, Η Εφημερίδα των Συντακτών 18/11/2013)

Τον Μάρτιο του 2014, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Προγράματος Life Arcpin,  ειδικά εκπαιδευμένοι σκύλοι χρησιμοποιήθηκαν στην περιοχή του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου προκειμένου να απωθηθεί η καφέ αρκούδα που είναι εξοικειωμένη με την ανθρώπινη παρουσία, αλλά ταυτόχρονα να προστατευθεί από δηλητηριασμένα δολώματα.
(Μακεδονία 19/3/2014)

Τον Δεκέμβριο του 2014, το ιστορικό Ζαγόρι αποτελεί την επίσημη πρόταση του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού για την ένταξή του, ως Πολιτιστικού Τοπίου, στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.
(Ελεύθερος τύπος 19/12/2014)

Τον Ιανουάριο του 2015, η «Λαϊκή Συσπείρωση» καταγγέλλει, σε ανοιχτή επιστολή, έργα διάνοιξης αυτοκινητόδρομου και κατασκευαστικές παρεμβάσεις στο Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου και συγκεκριμένα σε τμήμα της χαράδρας του ποταμού Αώου, από την πέτρινη γέφυρα της Κόνιτσας έως και τη Μονή Στομίου.
(Ριζοσπάστης 6/1/2015)

Τον Απρίλιο του 2015, ο Φορέας Διαχείρισης Εθνικών Δρυμών Βίκου - Αώου και Πίνδου παρουσιάζει σε ημερίδα το έργο και τις δράσεις που υλοποιεί στο πλαίσιο του έργου «Διατήρηση και Προστασία της Βιοποικιλότητας του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου» στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος Περιβάλλον & Αειφόρος Ανάπτυξη (ΕΠΠΕΡΑΑ) του ΕΣΠΑ 2007-2013.
(Ελευθερία της Ηπείρου 28/04/2015)

Τον Σεπτέμβριο του 2015, ο Αρκτούρος δημοσιεύει στο επιστημονικό περιοδικό Journal for Nature Conservation, τα αποτελέσματα της τριετούς έρευνας (2007-2010) που πραγματοποίησε για τον πληθυσμό των αρκούδων στην Ελλάδα, καταδεικνύοντας ότι ο αριθμός τους στη χώρα μας παρουσιάζει αύξηση. Η καταμέτρηση έγινε στη δασική περιοχή της Πίνδου, με μια πρωτοποριακή μέθοδο συλλογής γενετικού υλικού μέσω τριχοπαγίδων που τοποθετούνται σε στύλους της ΔΕΗ, όπου οι αρκούδες έχουν τη συνήθεια να ξύνονται.
(Ελεύθερος Τύπος  18/09/2015)

Τον Δεκέμβριο του 2015, ο Φορέας Διαχείρισης Εθνικών Δρυμών Βίκου - Αώου και Πίνδου διοργανώνει ενημερωτική ημερίδα με θέμα «Το έργο του Φορέα Διαχείρισης για την προστασία και ανάδειξη του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου τη χρονική περίοδο 2010-2015».
(Ελευθερία της Ηπείρου 23/12/2015)

Home   Close