Ο όρος υγρότοπος είναι συλλογικός όρος για τα οικοσυστήματα των οποίων οι διεργασίες (φυσικές, χημικές, βιολογικές) και οι λειτουργίες κυριαρχούνται και ρυθμίζονται κυρίως από το νερό. Αν και το νερό είναι βασική προϋπόθεση για την αναγνώριση μίας περιοχής ως υγροτόπου, το έδαφος και η βλάστηση, με φυτά προσαρμοσμένα στο νερό, αποτελούν τα άλλα δύο σημαντικά γνωρίσματα.
Ο ευρύτερα αποδεκτός ορισμός του υγροτόπου είναι αυτός που αναφέρεται στη Σύμβαση Ραμσάρ για τους υγροτόπους Διεθνούς Σημασίας ως Ενδιαιτήματα Υδρόβιων Πουλιών[1].
Στην Ελλάδα έχουν καταγραφεί περισσότεροι από 2.200 υγρότοποι, με έκταση περίπου 2.500.000 στρέμματα. Ορισμένοι είναι πολύ μεγάλοι όπως οι υγρότοποι Διεθνούς Σημασίας της Σύμβασης Ραμσάρ, ενώ οι περισσότεροι είναι μικροί, όπως οι εκβολές ρεμάτων, οι μικρές λίμνες και τα έλη, τα τεχνητά λιμνία κοντά ή μέσα σε γεωργικές περιοχές, καθώς και πολλοί νησιωτικοί υγρότοποι.
Η διατήρηση και αποκατάσταση των υγροτόπων είναι εθνικές προτεραιότητες (Εθνική Στρατηγική για τη Βιοποικιλότητα, Εθνικό Σχέδιο Αποκατάστασης).